Ο φίλος μας, ο Κώστας Βοσταντζόγλου, το γνωρίζουμε όσοι τον αγαπήσαμε, είναι πια λεύτερος από τις 11 του Φλεβάρη. Η στάχτη του σκορπίστηκε απέναντι από το πατρικό του, ψηλά στους πρόποδες της Ακρόπολης, σύμφωνα με την επιθυμία του. Έχω κρατήσει κάποιες αναρτήσεις του και αποσπάσματα από μία απ΄αυτές τα αναδημοσιεύω. Γιατί; ΕΤΣΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΤΕΙΑ, κύριε Κώστα μου.
''Τις νύχτες ακούω ρεμπέτικα.
Κάποιοι που ξέρω, μισούν και απεχθάνονται τα ρεμπέτικα. Μια φίλη μου με κοίταξε σαν να ήμουνα καθυστερημένος όταν της είπα τι μ’ αρέσει να ακούω μετά τα μεσάνυχτα.
Άντε να εξηγείς τι έζησες, που έζησες, σε ποιες γειτονιές, ποια ήτανε τα ακούσματά σου, γιατί αγάπησες το συγκεκριμμένο είδος μουσικής, πόσο συνυφασμένος είναι ο ήχος μ΄αυτά που θυμάσαι, τους τόπους που βάδισες, τις σοβατισμένες αυλές με τα μυριστικά, τις τσίγκινες λεπριασμένες από σκουριά αυλόπορτες, τις ερειπωμένες μονοκατοικίες με τα φθαρμένα ακροκέραμα, τα στενά σοκάκια με τα πορνεία, τα καφενεία με τους βραχνούς φωνόγραφους που ξύνανε δίσκους 78 στροφών και τους βγάζανε από το χωνί, τη θητεία σου στον στρατό στην παραμεθόριο, τα θλιβερά ΚΨΜ, τα σέρτικα που κάπνιζες, το τι συλλογιόσουνα τουρτουρίζοντας τις ώρες που χτύπαγες γερμανικά νούμερα σκοπιάς, τις νίκες και τις ήττες σου.
Κυρίως τις ήττες σου. Τις ήττες που δεν ομολόγησες. Ήττες που ακόμα σε κάνουν να έχεις αισθήματα ενοχής γιατί δεν τα κατάφερες καλύτερα στο δρόμο της ζωής.
Άντε να εξηγείς ποιά τραγούδια σου μιλήσανε κατευθείαν μέσα στην καρδιά, όσο έσερνες τα βήματά σου σε τσιμεντένιες πίστες άθλιων καφενείων, σκυλάδικων της Εθνικής οδού η των παραλιακών κέντρων - δίπλα στο κύμα - που φωτίζονταν στο περίπου από βαμμένα λαμπιόνια.
Τότε που το μόνο που σε ένοιαζε ήταν να ελευθερωθείς απ' αυτά που σε πνίγανε, να παλέψεις με τους πόνους που ξεσκίζανε τα μέσα σου, να αποδείξεις στον εαυτό σου πρώτα απ’ όλα, πως παρά τις κατραπακιές, τις απορρίψεις, την απονιά, τις αδικίες, τις προδοσίες και τα διαψευσμένα όνειρα, εσύ μπορούσες ακόμα να σταθείς όρθιος και να παλεύεις.
Μπορούσες και άντεχες να τσακώνεσαι τσαμπουκά με τον Χάρο και την κοινωνία, να σπάζεις ένα ποτήρι κρασιού σφίγγοντάς το στη χούφτα σου χωρίς να σε νοιάζει που θα γεμίσεις αίματα και ανεπούλωτα κοψίματα, να χτυπάς τη γή με την γροθιά για να πονέσει, να την χτυπάς με την παλάμη να ισιώσει και να γίνει δρόμος βατός που θα σε πάει στην Παράδεισο.
Μπορούσες να στρίβεις βόλτες, αργά, στις μύτες, με προσεκτικά βήματα σα να πατάς σε κοφτερά ξυράφια, με τα χέρια απλωμένα σαν δερβίσης και τα μάτια καρφωμένα χάμω, σεμνά και ταπεινά κι ύστερα να φτερουγίζεις σαν αητός προσπαθώντας να φτάσεις το άφθαστο.
Άμα δεν έχεις ζήσει νύχτα, μοναξιά και πισώπλατο χτύπημα, δεν θα νοιώσεις τίποτα. Αν δεν ξέρεις τι ειναι η μαγκιά και οι κώδικές της νύχτας κι όχι οι σαχλεπίσαχλες σημερινές αντιγραφές της, το σίγουρο είναι πως θα αδιάφορήσεις και θα σνομπάρεις.
Άμα μεγάλωσες με ξενόφερτα μόνο και μ’ αμερικανιές, είσαι τελειωμένος σαν Έλληνας και δεν στο έχουνε πει. Έτσι λέω. Τι σκατά θα καταλάβεις για το τι σημαίνει λαϊκό τραγούδι, πόσα σέρνει μέσα του από τα δημοτικά τραγούδια, το Βυζάντιο και την Ανατολή, πόσο απευθύνεται σε κάποια ξεχασμένη σήμερα λεβεντιά, τι σημαίνει σεβντάς, αρσενικός παλαιάς κοπής, φιλία, κιμπαριλίκι, πόθος θανατερός, απελπισία, λαϊκή γκόμενα, μπέσα, άτιμος κενωνία, κώδικας τιμής, να μην έχεις δεκάρα στην τσέπη, φτώχεια, απραγματοποίητα όνειρα, το να ξενυχτάς στα σκαλοπάτια της, το να βρέχει και να βρέχεσαι έρημος στη γωνία βρίζοντας τον εαυτό σου για την αδυναμία του, το να νοιώθεις πως δίχως εκείνη δε μπορεί να ζήσεις και πως είσαι στο παρατσάκ να κόψεις φλέβες;
Έπαψα εδώ και καιρό να εξηγώ. Όποιοι ζήσανε ίδια και παρόμοια μ’ εμένα, καταλαβαίνουν χωρίς να τους δώκω μασημένη τροφή. Οι άλλοι δεν με αφορούν.
Τις νύχτες που λέτε, ακούω ρεμπέτικα.
Έτσι. ...Για την αλητεία.''

Comments
Post a Comment